ερμοπολιτικός

ἑρμοπολιτικός, -ή, -όν (Α)
αυτός που ανήκει στην Ερμόπολη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. Ερμ- τού Ερμής + συνδετικό φωνήεν -ο- + πολιτ-ικός, (< πολίτης) ή < αμάρτυρο *Ερμοπολίτης].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.